a

Lorem ipsum dolor amet, modus intellegebat duo dolorum graecis

Follow Us
Image Alt

Οδύσσεια

Το περιπετειώδες ταξίδι επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη.

“Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον…”

Η Οδύσσεια είναι το συναρπαστικό έπος του Ομήρου που αφηγείται το ταξίδι της επιστροφής του βασιλιά της Ιθάκης, Οδυσσέα, στην πατρίδα του μετά τον Τρωικό πόλεμο. Στον δρόμο του έρχεται αντιμέτωπος με οργισμένους θεούς, τέρατα και μαγικά νησιά, που θα δοκιμάσουν τα όριά του αλλά δεν θα τον νικήσουν.

Το μεγαλύτερο όπλο του σε αυτή τη διαδρομή δεν είναι η σωματική δύναμη, αλλά η ευφυΐα, η πονηριά και η ατσάλινη υπομονή του. Την ίδια ώρα στην Ιθάκη η σύζυγός του, η Πηνελόπη και ο γιος του, ο Τηλέμαχος, δίνουν τον δικό τους αγώνα, προσπαθώντας να προστατεύσουν το παλάτι από μία ομάδα αλαζόνων μνηστήρων που διεκδικούν τον θρόνο.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΚΛΩΠΑΣ ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ

Ταξιδεύοντας για την Ιθάκη, ο Οδυσσέας και οι ναύτες του έφτασαν στο νησί των Κυκλώπων, που ήταν γιγάντιοι, μονόφθαλμοι βοσκοί. Εκεί ζούσε και ο Πολύφημος, γιος του Ποσειδώνα. Ο Οδυσσέας είδε μια μεγάλη σπηλιά γεμάτη τυριά, γάλα και πρόβατα. Παρότι οι σύντροφοί του τον παρακαλούσαν να πάρουν λίγα τρόφιμα και να φύγουν, εκείνος θέλησε να γνωρίσει τον ιδιοκτήτη της σπηλιάς, ελπίζοντας ότι θα τους προσφέρει φιλοξενία.

Πάνω στην ώρα εμφανίστηκε ο Πολύφημος, έκλεισε την είσοδο της σπηλιάς με έναν γιγάντιο βράχο και παγίδευσε τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. Αντί να τους φιλοξενήσει, άρπαξε δύο άνδρες και τους καταβρόχθισε. Το ίδιο έκανε και την επόμενη μέρα.

Ο Οδυσσέας έπρεπε οπωσδήποτε να βρει έναν τρόπο να γλυτώσει τους άνδρες του. Τότε σκέφτηκε ένα έξυπνο σχέδιο. Έδωσε στον Πολύφημο το δυνατό κρασί που είχε μαζί του. Ο Κύκλωπας ήπιε τόσο πολύ που μέθυσε. Πριν αποκοιμηθεί, ρώτησε τον Οδυσσέα ποιο ήταν το όνομά του. Εκείνος απάντησε πονηρά:

«Με λένε Κανένα.»

Όταν ο Πολύφημος αποκοιμήθηκε βαθιά, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του πήραν ένα μεγάλο ξύλινο παλούκι, το ακόνισαν, το πυράκτωσαν στη φωτιά και το κάρφωσαν στο μοναδικό του μάτι. Ο Κύκλωπας ούρλιαξε από τον πόνο και κάλεσε σε βοήθεια τους άλλους Κύκλωπες. Όταν εκείνοι τον ρώτησαν ποιος του έκανε κακό, ο Πολύφημος φώναξε:

«Ο Κανένας με σκοτώνει!»

«Αφού δεν σε σκοτώνει κανένας, τότε γιατί φωνάζεις;» κι έφυγαν.

Έτσι, το πρώτο μέρος του σχεδίου πέτυχε! Το επόμενο πρωί, ο τυφλός Πολύφημος κυλάει τον βράχο για να βγάλει να πρόβατα έξω να βοσκίσουν, αλλά στέκεται στην είσοδο και αγγίζει τις πλάτες των ζώων για να βεβαιωθεί ότι δεν θα αποδράσουν οι άνθρωποι. Ο Οδυσσέας όμως έδεσε τους συντρόφους του κάτω από τις κοιλιές των μεγάλων προβάτων. Έτσι, ο Κύκλωπας χάιδευε μόνο την ράχη των ζώων και δεν κατάλαβε ότι οι άνδρες βγήκαν έξω από την σπηλιά. Αφού οι άνδρες ανέβηκαν ασφαλείς στο καράβι, ο Οδυσσέας φώναξε από την θάλασσα στον Κύκλωπα:

«Πολύφημε, αν σε ρωτήσει κανείς τι έπαθες, να τους πεις ότι σε τύφλωσε ο Οδυσσέας, ο γιος του Λαέρτη από την Ιθάκη

Αυτό όμως ήταν το μεγαλύτερό του σφάλμα! Ο Πολύφημος, γνωρίζοντας πια το αληθινό όνομα του εχθρού του, παρακάλεσε τον πατέρα του, τον θεό Ποσειδώνα, να εκδικηθεί και συγκεκριμένα να μην αφήσει τον Οδυσσέα να γυρίσει ποτέ σπίτι του ή αν τα καταφέρει, να φτάσει μετά από πολλά χρόνια, μόνος, ταλαιπωρημένος και να βρει συμφορές στο σπίτι του.

Αυτή η κατάρα του Κύκλωπα ήταν που προκάλεσε όλες τις φρικτές τρικυμίες και τα 10 χρόνια βασάνων που ακολούθησαν για τον Οδυσσέα!

Ο Οδυσσεας και η Κιρκη

Ταξιδεύοντας στη θάλασσα, ο Οδυσσέας και οι ναύτες του έφτασαν στο νησί Αιαία. Εκεί ζούσε η Κίρκη, μία πανίσχυρη μάγισσα με γλυκιά φωνή.
Ο Οδυσσέας έστειλε μια ομάδα συντρόφων με αρχηγό τον Ευρύλοχο να εξερευνήσουν το νησί. Προχωρώντας στο δάσος, βρήκαν ένα εντυπωσιακό μαρμάρινο παλάτι. Όμως κάτι ήταν πολύ παράξενο: γύρω από το παλάτι κυκλοφορούσαν λύκοι και λιοντάρια, τα οποία αντί να τους επιτεθούν, κουνούσαν την ουρά τους σαν φιλικά σκυλάκια. Η Κίρκη βγήκε έξω, τους χαμογέλασε γλυκά και τους προσκάλεσε μέσα για να τους φιλοξενήσει. Όλοι μπήκαν ενθουσιασμένοι, εκτός από τον Ευρύλοχο, που υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και κρύφτηκε έξω. Η Κίρκη τους προσέφερε ένα νοστιμότατο γεύμα με μέλι, τυρί και κρασί. Μέσα όμως είχε ρίξει ένα κρυφό μαγικό φίλτρο!

Μόλις το ήπιαν άρχισαν να βγάζουν μουσούδες και αυτιά γουρουνιού! Το δέρμα τους γέμισε με τρίχες και αντί για λέξεις άρχισαν να γρυλίζουν! Η μάγισσα τους χτύπησε με το μαγικό της ραβδί, τους έκλεισε στο χοιροστάσιο και τους πέταξε βελανίδια για να φάνε. Ο Ευρύλοχος έτρεξε έντρομος στο καράβι και είπε στον Οδυσσέα τι συνέβη. Ο Οδυσσέας, χωρίς να διστάσει στιγμή, πήρε το σπαθί του και ξεκίνησε μόνος του για το παλάτι να σώσει τους φίλους του. Στο δρόμο, εμφανίστηκε μπροστά του ο Θεός Ερμής μεταμορφωμένος σε νεαρό άνδρα.
Οδυσσέα, αν πας εκεί, θα σε μεταμορφώσει κι εσένα σε γουρούνι!” τον προειδοποίησε.
Του έδωσε όμως ένα σπάνιο, μαγικό λουλούδι με μαύρη ρίζα και λευκό άνθος, που λεγόταν “Μώλυ”. Ο Ερμής του εξήγησε το κόλπο: “Φάε αυτό το βότανο. Όταν η Κίρκη σου δώσει το ποτό, το μαγικό της φίλτρο δεν θα σε αγγίξει! Μόλις σηκώσει το ραβδί της, τράβα αμέσως το σπαθί σου σαν να θες να την χτυπήσεις!“. Όλα έγιναν όπως τα είπε ο θεός Ερμής! Η Κίρκη προσέφερε το ποτό στον Οδυσσέα, εκείνος το ήπιε, κι όταν εκείνη τον χτύπησε με το ραβδί φωνάζοντας “Τρέχα τώρα στο χοιροστάσιο με τους άλλους!“, ο Οδυσσέας δεν μεταμορφώθηκε. Αντίθετα, τράβηξε αστραπιαία το σπαθί του. Η Κίρκη τρομαγμένη έπεσε στα πόδια του, καταλαβαίνοντας ότι είχε απέναντί της τον περίφημο πολυμήχανο Οδυσσέα. Ο Οδυσσέας την ανάγκασε να ορκιστεί στους θεούς ότι δεν θα του κάνει κακό και της ζήτησε να λύσει αμέσως τα μάγια. Η Κίρκη απελευθέρωσε τους συντρόφους του και εκείνοι ξαναέγιναν άνθρωποι.

ΟΙ ΣΕΙΡΗΝΕΣ

Πολλοί φαντάζονται τις σειρήνες σαν γοργόνες, όμως στην αρχαία ελληνική μυθολογία ήταν εντελώς διαφορετικές, ήταν πλάσματα μισά γυναίκες και μισά πουλιά. Κάθονταν πάνω στα βράχια στην άκρη της θάλασσας και τραγουδούσαν με φωνές τόσο γλυκές που μάγευαν όποιον τις άκουγε. Όμως, το τραγούδι αυτό ήταν μια επικίνδυνη παγίδα, καθώς οι ναύτες ξεχνούσαν την πατρίδα τους, έχαναν τον έλεγχο του καραβιού και έπεφταν πάνω στα κοφτερά βράχια.

Όταν ο πολυμήχανος Οδυσσέας έμαθε από τη μάγισσα Κίρκη ότι έπρεπε να περάσει από το νησί τους, κατάστρωσε ένα ιδιοφυές σχέδιο. Ζέστανε μαλακό κερί μέλισσας και έκλεισε τα αυτιά όλων των συντ. Έτσι εκείνοι δεν θα άκουγαν απολύτως τίποτα και θα μπορούσαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Όμως ο ίδιος ο Οδυσσέας ήθελε πάρα πολύ να ακούσει το θρυλικό τραγούδι.

Γι’ αυτό διέταξε τους ναύτες να τον δέσουν σφιχτά στο κεντρικό κατάρτι του καραβιού και τους είπε:

Όσο κι αν σας παρακαλάω ή σας διατάζω να με λύσετε, εσείς θα με δένετε ακόμα πιο σφιχτά!

Καθώς το καράβι πλησίαζε στα βράχια, οι Σειρήνες άρχισαν να τραγουδούν, φωνάζοντας το όνομά του και υποσχόμενες να του αποκαλύψουν όλα τα μυστικά του κόσμου! Ο Οδυσσέας μαγεύτηκε αμέσως, άρχισε να φωνάζει στους συντρόφους του, να κάνει νοήματα με τα μάτια και να τους προστάζει να τον λύσουν. Όμως εκείνοι πιστοί στη διαταγή του, δεν άκουγαν ούτε το τραγούδι, ούτε τον ίδιο και απλώς τον έδεναν όλο και πιο σφιχτά με τα σχοινιά. Έτσι το καράβι προσπέρασε το επικίνδυνο νησί και σώθηκαν όλοι!

Η ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ Η ΧΑΡΥΒΔΗ

Τα δύο αυτά τέρατα, η Σκύλλα και η Χάρυβδη, ζούσαν στα βράχια ενός στενού θαλάσσιου περάσματος και κανένας ναυτικός δεν μπορούσε να τα αποφύγει.
Η Χάρυβδη ζούσε κάτω από ένα μεγάλο δέντρο πάνω σε έναν βράχο. Τρεις φορές την μέρα ρουφούσε το νερό της θάλασσας με τόση ορμή που δημιουργούσε μια τεράστια δίνη και εξαφάνιζε ολόκληρα καράβια στον βυθό, ενώ μετά ξαναέφτυνε το νερό ψηλά σαν ηφαίστειο.
Η Σκύλλα ζούσε απέναντι από την Χάρυβδη, μέσα σε μία σκοτεινή σπηλιά. Ήταν ένα τεράστιο τέρας με έξι μακριούς λαιμούς και έξι άγρια κεφάλια με τρεις σειρές κοφτερά δόντια το καθένα και δώδεκα πόδια! Όποτε περνούσε καράβι, έβγαινε έξω και άρπαζε αμέσως έξι ναύτες, έναν για κάθε κεφάλι.

Η μάγισσα Κίρκη είχε προειδοποιήσει τον Οδυσσέα ότι δεν μπορεί να νικήσει αυτά τα τέρατα με σπαθιά, θα πρέπει να διαλέξει το λιγότερο κακό.
Αν το καράβι πήγαινε κοντά στη Χάρυβδη, η ρουφήχτρα θα καταβρόχθιζε το σκάφος και θα πνίγονταν όλοι.
Αν πήγαινε κοντά στη Σκύλλα, το τέρας θα άρπαζε έξι ναύτες, αλλά οι υπόλοιποι θα σώζονταν και το καράβι θα περνούσε.
Ο Οδυσσέας, με βαριά καρδιά, πήρε την πιο δύσκολη απόφαση για έναν αρχηγό: διάλεξε να περάσει κοντά από τη Σκύλλα. Καθώς το καράβι, λοιπόν έμπαινε στο στενό, όλοι οι ναύτες κοιτούσαν έντρομοι τη Χάρυβδη, που άρχισε να ρουφάει τα κύματα με έναν τρομακτικό θόρυβο. Εκείνη ακριβώς την στιγμή που όλοι είχαν την προσοχή τους στη ρουφήχτρα, η Σκύλλα πετάχτηκε αστραπιαία από τη σπηλιά της! Πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, άρπαξε έξι από τους καλύτερους ναύτες του Οδυσσέα και τους τράβηξε ψηλά στα βράχια. Ο Οδυσσέας δεν μπόρεσε να τους βοηθήσει, αλλά έδωσε εντολή στους υπόλοιπους να κωπηλατήσουν με όλη τους τη δύναμη. Έτσι, το καράβι κατάφερε να ξεφύγει και οι υπόλοιποι γλίτωσαν τον βέβαιο πνιγμό.

“Πολλών ανθρώπων είδα τις πόλεις και γνώρισα το νου τους,
πολλά τα βάσανα που πέρασα στην καρδιά μου τη θάλασσα.”

Όμηρος, Οδύσσεια